Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Συναισθηματική Πείνα: Όταν το φαγητό καλύπτει κάτι περισσότερο από μια βιολογική ανάγκη


Από πολύ μικρή ηλικία εξοικειωνόμαστε όλοι με το αίσθημα της πείνας, αυτό το «γουργουρητό» στην κοιλιά όπως το λέμε απλά. Το σώμα μας έχει αναπτύξει τους απαραίτητους μηχανισμούς για να μας ενημερώνει πότε και πόση ενέργεια χρειάζεται. Το αίσθημα της πείνας και του κορεσμού αντίστοιχα είναι σήματα προερχόμενα από τον υποθάλαμο για να ξεκινήσουμε και να σταματήσουμε το φαγητό. Πόσοι όμως από εμάς περιμένουμε να πεινάσουμε για να φάμε;
Είναι αλήθεια πως με τους έντονους ρυθμούς της καθημερινότητας μας δεν έχουμε την πολυτέλεια να τρώμε όταν το ζητάει ο οργανισμός μας. Οι περισσότεροι τρώμε απλά όταν έχουμε χρόνο! Οι μαθητές ξεκλέβουν λίγα λεπτά μετά το σχολείο μέχρι να φύγουν πάλι από το σπίτι για φροντιστήρια, οι εργαζόμενοι συγκρατούν την πείνα τους μέχρι να έρθει η ώρα να τελειώσει η δουλειά για να πάνε σπίτι, απόγευμα πολλές φορές. Και φυσικά λίγοι είναι εκείνοι που δίνουν σημασία στο αίσθημα του κορεσμού τους, οι υπόλοιποι απλώς τρώνε ό,τι υπάρχει στο πιάτο τους. Έτσι σιγά σιγά σταματήσαμε να «ακούμε» τα σήματα που μας στέλνει ο οργανισμός μας για να ελέγχει την ποσότητα της τροφής που προσλαμβάνουμε. 
Πολλές φορές όμως είναι μια άλλου είδους πείνα που μας ωθεί προς το φαγητό. Το άγχος για ένα επικείμενο διαγώνισμα, η λύπη για μια ερωτική απογοήτευση, ο θυμός για ένα τσακωμό, η κούραση στο τέλος της ημέρας μπορούν πολύ εύκολα να βρουν ανακούφιση, έστω και πρόσκαιρη, σε ένα γενναίο κομμάτι τούρτας, σε ένα παγωτό σοκολάτα ή σε ένα σακουλάκι πατατάκια. Το φαγητό ξαφνικά παίρνει τη μορφή ενός καλού φίλου που μας κρατάει συντροφιά όταν δεν είμαστε καλά, γλυκαίνει ένα δυσάρεστο συναίσθημα που δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε. Και φυσικά σε αυτές τις «δύσκολες» ώρες δε θα επιλέξουμε να φάμε ένα πιάτο φακές ούτε ένα μήλο, αλλά μια σοκολάτα, ένα κομμάτι γαλακτομπούρεκο, ένα σακούλι ξηρούς καρπούς, ή όλα μαζί!
Η χρήση του φαγητού ως μέσο ανακούφισης αρνητικών συναισθημάτων έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την επιστημονική κοινότητα. Έρευνες έχουν δείξει ότι το συναισθηματικό φαγητό (emotional eating) συνδέεται με ανθυγιεινές διατροφικές επιλογές οι οποίες επηρεάζουν το σωματικό βάρος του ατόμου βραχυπρόθεσμα αλλά και τη συνολική του υγεία σε βάθος χρόνου. Αυτό οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι τα τρόφιμα  που επιλέγονται (comfort foods) είναι συνήθως πλούσια σε ζάχαρη, λιπαρά και θερμίδες και αφετέρου στο ότι οι ποσότητες που καταναλώνονται είναι πολύ μεγάλες. 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται να έχει η σχέση του άγχους με τη διατροφή. Είναι κοινή πεποίθηση ότι υπό συνθήκες ψυχολογικού στρες τρώμε περισσότερο για να ξεχάσουμε αυτό που μας απασχολεί. Στην αγγλική γλώσσα μάλιστα χρησιμοποιείται η φράση «“Stressedisdessertsspelled backwards!» για να δείξει την τάση υπερκατανάλωσης γλυκών σε καταστάσεις έντονου άγχους. Ωστόσο οι έρευνες μαρτυρούν μια πιο περίπλοκη σχέση. Αν και πράγματι έχει αποδειχθεί ότι το άγχος επηρεάζει τη διατροφή, ακόμη δεν υπάρχει σαφής απάντηση για το αν ένα άτομο θα φάει περισσότερο ή λιγότερο όταν είναι αγχωμένο. 
Τα μέχρι τώρα στοιχεία υποδηλώνουν ότι κάποια συμπεριφοριστικά και βιολογικά χαρακτηριστικά του ατόμου το καθιστούν επιρρεπές στην υπερκατανάλωση τροφής σε αγχωτικές καταστάσεις. Άνθρωποι, για παράδειγμα, που στην καθημερινότητα τους είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με τις διατροφικές τους επιλογές κυρίως γιατί θέλουν να διατηρούν χαμηλό σωματικό βάρος, όταν είναι αγχωμένοι χάνουν τον έλεγχο και καταναλώνουν τρόφιμα που σε άλλες περιπτώσεις θεωρούσαν απαγορευτικά. Επίσης, οι παχύσαρκοι είναι μια ομάδα ατόμων που τείνουν να προτιμούν τρόφιμα πλούσια σε λιπαρά και θερμίδες όταν αγχώνονται. Αντίθετα, άτομα φυσιολογικού βάρους τρώνε λιγότερο από ότι συνήθως όταν είναι αγχωμένα ειδικά αν πρόκειται για περιπτώσεις που το άγχος είναι πολύ έντονο. Τέλος, η υπερκατανάλωση τροφής σε καταστάσεις άγχους φαίνεται να είναι περισσότερο μια γυναικεία υπόθεση, καθώς οι αγχωμένοι άνδρες συνήθως ψάχνουν παρηγοριά στο κάπνισμα ή το αλκοόλ.         
Πολλές είναι οι θεωρίες που έχουν προταθεί για να εξηγηθεί αυτή η σχέση άγχους και διατροφής. Το μοντέλο που υπερτερεί είναι εκείνο που προτείνει μια συνύπαρξη βιολογικών και συμπεριφοριστικών μηχανισμών. Για παράδειγμα, ουσίες που εκκρίνονται στον οργανισμό ως απάντηση στο άγχος, όπως η κορτιζόλη, έχουν και ορεξιογόνο δράση. Από την άλλη μεριά, το συναισθηματικό φαγητό φαίνεται να είναι και συνήθεια. Αυτό αποδεικνύεται και από έρευνες που δείχνουν ότι τα παιδιά των γυναικών που χρησιμοποιούν το φαγητό ως μέσο ρύθμισης των συναισθημάτων καταναλώνουν περισσότερα τρόφιμα με γλυκιά γεύση.
Όποια κι αν είναι η αιτία, η χρήση της τροφής για την ανακούφιση αρνητικών συναισθημάτων θεωρείται ως διατροφική διαταραχή. Φυσικά δεν είναι κακό να τρώμε που και που μια σοκολάτα ή πατατάκια. Το πρόβλημα ξεκινά όταν σε αυτά τα τρόφιμα ψάχνουμε παρηγοριά και ζητάμε τις λύσεις των προβλημάτων μας. Μετά τα δυο-τρία λεπτά απόλαυσης που προσφέρει ένα γλυκό, το πρόβλημα που μας απασχολούσε ή το συναίσθημα που μας διακατείχε πρωτύτερα συνεχίζει να υπάρχει, και τότε θα φάμε κι άλλο γλυκό, κι ακόμη ένα… Κι έτσι καταλήγουμε να έχουμε προσθέσει ένα ακόμη πρόβλημα σε αυτό που είχαμε, το αυξημένο μας βάρος!

(Δημοσιευμένο στο περιοδικό ΒΗΜΑΤΑ, τεύχος 9, 2011) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου